ακούραστος

[акурастос] εκ. неутомимый.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ακούραστος" в других словарях:

  • ακούραστος — η, ο επίρρ. α αυτός που δεν κουράζεται, ακαταπόνητος: Ήταν ένας ακούραστος εργάτης της επιστήμης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακούραστος — η, ο [κουράζω] 1. αυτός που δεν κουράστηκε 2. αυτός που δεν κουράζεται εύκολα, ακαταπόνητος, αβάρετος …   Dictionary of Greek

  • ακάμας — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Γιος του Θησέα και της Φαίδρας. Σύμφωνα με μύθους μεταγενέστερους του Ομήρου, έλαβε μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας και ήταν ένας από τους πρεσβευτές των Ελλήνων που στάλθηκαν να ζητήσουν την Ωραία Ελένη… …   Dictionary of Greek

  • ακάματος — (I) η, ο (Α ἀκάματος, ον και ος, άτη, ον) 1. ακαταπόνητος, ακούραστος «ακάματος εργάτης τού καλού» 2. ο ακαμάτευτος* (Ι) αρχ. 1. αυτός που δεν έχει αποκάμει, ακαταπόνητος, ακούραστος «ἀκάματος χείρ», «ἀκάματον σθένος ἀνδρῶν» (Αισχύλ. Πέρσ. 901) 2 …   Dictionary of Greek

  • σκυλί — το / σκυλίν, ΝΜ, και παλ. τ. σκυλλί Ν [σκύλος] σκύλος νεοελλ. 1. υβριστική προσωνυμία βαρβάρων και μη χριστιανών («την άγια Τράπεζά μας μη μάς τήν πάρουν τα σκυλιά και μάς τή μαγαρίσουν», δημ. τραγούδι) 2. μτφ. α) αυτός που έχει πολύ μεγάλη… …   Dictionary of Greek

  • άβαρος — η, ο [βάρος] 1. ο χωρίς μεγάλο βάρος, ο ελαφρύς 2. επιπόλαιος, ανόητος, «ελαφρύς» 3. αυτός που δεν έχει βάρη (υποχρεώσεις κ.λπ.) και, κυρίως, ο πλούσιος 4. αυτός που δεν βαριέται, ακούραστος, αβάρετος …   Dictionary of Greek

  • άκμων — I Ένα από τα τρία οστάρια που βρίσκονται στην κοιλότητα του μεσαίου αφτιού και σχηματίζουν αλυσίδα, η οποία συνδέει το εσωτερικό τοίχωμα του έξω αφτιού με το εξωτερικό τοίχωμα του λαβύρινθου. Ο ά. βρίσκεται ανάμεσα στα άλλα δύο, τα οποία είναι η… …   Dictionary of Greek

  • άκοιτος — ἄκοιτος, ον (Α) ακαταπόνητος, ακούραστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + κοῖτος, ο «μέρος για ανάπαυση, κρεβάτι»] …   Dictionary of Greek

  • άκοπος — (I) η, ο (Α ἄκοπος, ον) (και άκοβος, η, ο) αυτός που δεν έχει κοπεί σε κομμάτια, ο ολόκληρος νεοελλ. 1. εκείνος που δεν έχει κοπεί, δεν έχει αφαιρεθεί από τον κορμό, τη ρίζα, τον μίσχο (αποδίδεται σε κλαδιά, καρπούς, φυτά κ.λπ.) 2. όποιος δεν… …   Dictionary of Greek

  • άοκνος — η, ο (Α ἄοκνος, ον) νεοελλ. ακούραστος, δραστήριος αρχ. 1. αυτός που δεν είναι διστακτικός, ο αποφασιστικός 2. φρ. «ἄοκνος βλάβη» επικείμενη συμφορά …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.